Αρχική

Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2013

Ουρεόπλασμα



Tο ουρεόπλασμα (U. urealyticum) αποτελεί μέρος της φυσιολογικής χλωρίδας του γεννητικών οργάνων τόσο των ανδρών όσο και των γυναικών. Έχει βρεθεί σε περίπου 70% των σεξουαλικά ενεργών ανθρώπων.
Έχει, επίσης, συσχετιστεί με έναν αριθμό ασθενειών στον άνθρωπο, συμπεριλαμβανομένης της μη-ειδικής ουρηθρίτιδας, της στειρότητας, της χοριοαμνιονίτιδας, του θνησιγενούς πρόωρου τοκετού, και, στην περιγεννητική περίοδο με πνευμονία, βρογχοπνευμονική δυσπλασία και μηνιγγίτιδα.
Tο ουρεόπλασμα αποτελεί παθογόνο μυκόπλασμα, που αποικίζει τα γεννητικά όργανα, είτε μέσω σεξουαλικής επαφής, είτε μέσω επιμόλυνσης σε κακά αποστειρωμένα ιατρικά κρεβάτια (π.χ. κατά την γυναικολογική εξέταση), στα νοσοκομεία και στα κοινωνικά ιδρύματα. Τα βρέφη επιμολύνονται κατά τον τοκετό με την διάβασή τους από τη μολυσμένη γεννητική οδό.
Το ουρεόπλασμα πολλές φορές συμβιώνει με τον άνθρωπο, χωρίς να προκαλεί βλάβες. Ωστόσο σε ευαίσθητα άτομα προκαλεί μία ποικιλία κλινικών συνδρόμων και λοιμώξεων.
Ταξινόμηση
Υπάρχουν έξι είδη αναγνωρισμένα. Η χοληστερόλη είναι απαραίτητη για την ανάπτυξή τους. Ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό του γένους είναι ότι εκτελούν υδρόλυση ουρίας.
Συμπτώματα
Tα κύρια συμπτώματα που εμφανίζει η λοίμωξη από ουρεόπλασμα είναι στην γυναίκα κολπίτιδα, ουρηθρίτιδα, τραχηλίτιδα, σαλπιγγίτιδα, αυξημένες εκκρίσεις κολπικών υγρών, τσούξιμο και πόνο.
Στον άνδρα ουρηθρίτιδα, πόνο και τσούξιμο κατά την ούρηση, καθώς, και διόγκωση και πόνο της επιδιδυμίδας.
Σε πολλές περιπτώσεις η λοίμωξη από ουρεόπλασμα μπορεί να είναι ασυμπτωματική και μπορεί να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία του ασθενούς, διότι έχει αποδειχθεί ότι η χρόνια λοίμωξη από ουρεόπλασμα συσχετίζεται με  στειρότητα.
Πώς γίνεται η διάγνωση
Η διάγνωση της πάθησης τεκμηριώνεται από το ιστορικό, την κλινική εικόνα και την εργαστηριακή εξέταση, κυρίως. Το ουρεόπλασμα ανιχνεύεται σε κολποτραχηλικά υγρά και στο σπέρμα, συνήθως.
Θεραπεία
Η δοξυκυκλίνη είναι το φάρμακο εκλογής, αλλά και η αζιθρομυκίνη χρησιμοποιείται, επίσης, για 5 ημέρες. Η στρεπτομυκίνη είναι μια εναλλακτική λύση, αλλά  πρέπει να χορηγείται με ένεση. Οι πενικιλλίνες είναι αναποτελεσματικές για το  U. urealyticum γιατί δεν έχει κυτταρικό τοίχωμα που είναι ο κύριος στόχος του φαρμάκου.
Η χρήση προφυλακτικού ελαττώνει τη συχνότητα εμφάνισης διαφόρων σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νόσων, γονόρροιας, ουρεοπλάσματος και πυελικής φλεγμονής.
Η εκρίζωση του ουρεοπλάσματος από το κατώτερο γεννητικό σύστημα (κυρίως από τον κόλπο) είναι δύσκολη. Αιτία γι’αυτό είναι το ότι το όξινο pH του κόλπου αδρανοποιεί τα αποτελεσματικά αντιβιοτικά, όπως η ερυθρομυκίνη. Πάρα ταύτα, σε επίμονες καταστάσεις που δεν ανταποκρίνονται σε τετρακυκλίνες, πρέπει να εφαρμόζεται αγωγή με ερυθρομυκίνη ή κινολόνες.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου