Αρχική

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χημειοθεραπεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χημειοθεραπεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Αυξητικοί παράγοντες λευκών


Γράφει η
Δρ Μάλλιου Σαββούλα  MD, PhD
Ειδικός παθολόγος  – Ογκολόγος, MD, PhD
Οι κανόνες χρήσης των αυξητικών παραγόντων λευκών στον καρκίνο
Αυξητικοί παράγοντες λευκών και καρκίνος μαστού
Τα περισσότερα επικουρικά σχήματα χημειοθεραπείας του καρκίνου του μαστού δεν απαιτούν συνήθως υποστήριξη με αυξητικό παράγοντα, εκτός από εκείνα που συνδέονται με την υψηλή συχνότητα εμφάνισης καταστολής του μυελού των οστών και κίνδυνο μόλυνσης. 
Σχήματα που συνδέονται με υψηλή συχνότητα εμφάνισης καταστολής του μυελού των οστών και κίνδυνο μόλυνσης:
-Χημειοθεραπεία  εντατικοποιημένη (δηλαδή, κάθε 2 εβδομάδες)  Dose-dense AC/T
(doxorubicin, cyclophosphamide, paclitaxel), αντί των 3 εβδομάδων
-TAC χημειοθεραπεία TAC  (docetaxel, doxorubicin, cyclophosphamide)

Κατά την χημειοθεραπεία και την ακτινοθεραπεία ο αριθμός των κοκκιοκυττάρων μετριέται στη γενική εξέταση αίματος (1500-7000/ul). Όταν ο αριθμός αυτός μειωθεί λόγω της κατασταλτικής επίδρασης  στο μυελό των οστών, τότε έχουμε ουδετεροπενία.
Διαβαθμίσεις ουδετεροπενίας  ανάλογα με τον αριθμό των ουδετερόφιλων:
  • Ήπια,
  • Μέτρια, 
  • Σοβαρή, όταν τα ουδετερόφιλα είναι λιγότερα από 500/ul
Το 50% των ασθενών που υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία εμφανίζουν κάποιου βαθμού ουδετεροπενία. Είναι όμως δυνατόν, η ίδια η νόσος να διηθήσει το μυελό των οστών και να εμποδίσει την παραγωγή κοκκιοκυττάρων.
Στην περίπτωση χορήγησης χημειοθεραπείας, τα κοκκιοκύτταρα μειώνονται, συνήθως, 1 εβδομάδα μετά το πέρας της θεραπείας και φτάνουν στο χαμηλότερο σημείο (ναδίρ) 14 ημέρες μετά.
Η ουδετεροπενία αυτή καθεαυτή δεν έχει κανένα σύμπτωμα. Συνήθως διαπιστώνεται τυχαία στη γενική εξέταση αίματος ή όταν ο ασθενής παρουσιάσει λοίμωξη.
Όταν τα κοκκιοκύτταρα είναι χαμηλά, ο οργανισμός δεν μπορεί να καταπολεμήσει αποτελεσματικά τα μικρόβια, με αποτέλεσμα το άτομο να γίνεται επιρρεπές στις λοιμώξεις.
Σε ουδετεροπενικούς ασθενείς μια απλή λοίμωξη μπορεί να γίνει τόσο σοβαρή, ώστε να απαιτείται νοσηλεία. Λοιμώξεις μπορούν να δημιουργηθούν σε οποιοδήποτε σημείο του σώματος . Ο ασθενής, ανάλογα με την περιοχή της λοίμωξης, παρουσιάζει συμπτώματα…
Η ουδετεροπενία αντιμετωπίζεται μόνο με χορήγηση παράγοντα διέγερσης αποικιών των κοκκιοκυττάρων, προκειμένου να επανέλθουν τα ουδετερόφιλα σε φυσιολογικά επίπεδα. Σε περίπτωση που συνυπάρχει λοίμωξη, αυτή θεραπεύεταιμε την κατάλληλη αντιβιοτική αγωγή. Πολλές φορές στην κλινική πράξη, για την αποφυγή ουδετεροπενίας, ο παράγοντας διέγερσης αποικιών των κοκκιοκυττάρων χορηγείται προληπτικά μετά από χημειοθεραπεία.

Οι  GCSF ανήκουν στη κατηγορία των υποστηρικτικών φάρμακων για ασθενείς που υποβάλλονται σε  χημειοθεραπεία ή/και ακτινοθεραπεία.
Πρόκειται για ουσίες που έχουν συντεθεί με τις μεθόδους της βιοτεχνολογίας και είναι ισοδύναμες με τις κυτοκίνες εκείνες που διεγείρουν τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων του αίματος
Ο G-CSF είναι μια γλυκοπρωτεΐνη, αυξητικός παράγοντας και κυτταροκίνη που παράγεται από έναν αριθμό διαφορετικών ιστών, για την διέγερση του μυελού των οστών για την παραγωγή κοκκιοκυττάρων και βλαστικών κυττάρων. Ο G-CSF διεγείρει  το μυελό των οστών για την απελευθέρωσή τους στο αίμα.
Ο G-CSF βοηθάει στην επιβίωση, στον πολλαπλασιασμό, στη διαφοροποίηση και στη λειτουργία των πρόδρομων κύτταρων των  ουδετερόφιλων και των ώριμων ουδετερόφιλων. Ο G-CSF ρυθμίζει τα μονοπάτια μεταγωγής Janus kinase (JAK)/signal transducer and activator of transcription (STAT) and Ras /mitogen-activated protein kinase (MAPK) and phosphatidylinositol 3-kinase (PI3K)/protein kinase B (Akt) signal transduction pathway.
Ο G-CSF των ποντικιών αναγνωρίστηκε και παρασκευάστηκε  για πρώτη φορά στο Walter and Eliza Hall Institute, στην Αυστραλία, το 1983 και η ανθρώπινη μορφή  κλωνοποιήθηκε από ομάδες ερευνητικές από την Ιαπωνία,  τη Γερμανία και τις ΗΠΑ το 1986.
Ο G-CSF παράγεται από τα ενδοθηλιακά, μακροφάγα και διάφορα άλλα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος. Η φυσική ανθρώπινη γλυκοπρωτεΐνη υπάρχει σε δύο μορφές, μία με 174 και μια με 180 αμινοξέα (πολύ-πρωτεΐνη μοριακού βάρους 19 600 γραμμάρια ανά mole). Η πιο άφθονη και περισσότερο ενεργό 174 αμινο όξινη μορφή έχει χρησιμοποιηθεί για την ανάπτυξη των φαρμακευτικών προϊόντων από ανασυνδυασμένο DNA (rDNA) τεχνολογία.
Ο G-CSF-υποδοχέας βρίσκεται στα πρόδρομα κύτταρα του μυελού των οστών και  ως απάντηση στη διέγερση του G-CSF, ξεκινά ο πολλαπλασιασμός και η διαφοροποίηση σε ώριμα κοκκιοκύτταρα. Ο G-CSF είναι επίσης ένας δυνητικός  επαγωγέας της κινητοποίησης αρχέγονων αιμοποιητικών κύτταρων από το μυελό των οστών στην κυκλοφορία του αίματος (όχι άμεσα).
Εκτός από την επίδραση στο αιμοποιητικό σύστημα, ο G-CSF μπορεί να ενεργεί και στα νευρικά κύτταρα ως νευροτροφικός παράγοντας. Πράγματι, υποδοχέας του εκφράζεται από τους νευρώνες στον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό. Η δράση του G-CSF στο κεντρικό νευρικό σύστημα είναι να προκαλέσει νευρογένεση, να αυξηθεί η νευροπλαστικότητα και να εξουδετερώσουν την απόπτωση. Οι ιδιότητες αυτές επί του παρόντος ερευνούνται για την ανάπτυξη νέων θεραπειών των νευρολογικών παθήσεων, όπως είναι  η εγκεφαλική ισχαιμία.
Το γονίδιο για τον G-CSF, βρίσκεται στο χρωμόσωμα 17, τόπος q11.2-Q12. Ο Nagata et al. διαπίστωσε ότι το γονίδιο GCSF έχει 4 ιντρόνια, και ότι 2 διαφορετικά πολυπεπτίδια συντίθενται από το ίδιο γονίδιο από την διαφορετική αναδίπλωση του mRNA. Τα 2 πολυπεπτίδια διαφέρουν σε 3 αμινοξέα, αλλά και τα δύο έχουν δραστηριότητα GCSF. Θεωρείται ότι η σταθερότητα του G-CSF mRNA ρυθμίζεται από ένα στοιχείο του RNA του G-CSF και ονομάζεται (G-CSF factor stem-loop destabilising element).
Ο G-CSF χρησιμοποιείται, επίσης, για να αυξήσει τον αριθμό των αιμοποιητικών βλαστικών κυττάρων στο αίμα του δότη, πριν ξεκινήσει η συλλογή από λευκαφαίρεση για χρήση σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών βλαστικών κυττάρων. Μπορεί επίσης να δοθεί στο δέκτη, για να αντισταθμίσει σχήματα προετοιμασίας.
Η Itescu  το 2004 χρησιμοποίησε G-CSF για τη θεραπεία του εκφυλισμού της καρδιάς με έγχυση στη ροή του αίματος της καρδιάς μαζί με SDF (stromal cell-derived factor).
Μια μελέτη του Washington University School of Medicine  σε ποντίκια έδειξε ότι η G-CSF μπορεί να μειώσει την οστική πυκνότητα.
Ο G-CSF για  πρώτη φορά κυκλοφόρησε στην αγορά από την Amgen ως Neupogen (εμπορικό σήμα). Πολλές βιο-generic εκδόσεις είναι πλέον διαθέσιμες.
Η ανασυνδυασμένη ανθρώπινη μορφή G-CSF που συντίθενται σε σύστημα έκφρασης Ε. coli ονομάζεται φιλγραστίμη. Η δομή της φιλγραστίμης διαφέρει ελαφρώς από τη διάρθρωση του φυσικού γλυκοπρωτεΐνης. Οι περισσότερες δημοσιευμένες μελέτες έχουν χρησιμοποιήσει φιλγραστίμη. Η φιλγραστίμη  και PEG-filgrastim (Neulasta) είναι δύο εμπορικά διαθέσιμες μορφές rhG-CSF (ανασυνδυασμένη ανθρώπινη G-CSF). Η PEG (γλυκόλη πολυαιθυλενίου) μορφή έχει πολύ μεγαλύτερο χρόνο ημίσειας ζωής, μειώνοντας την ανάγκη των καθημερινών ενέσεων.
Μια άλλη μορφή της ανασυνδυασμένης ανθρώπινης G-CSF που ονομάζεταιlenograstim συντίθεται σε κύτταρα ωοθήκης κινεζικού χάμστερ (CHO κύτταρα). Δεδομένου ότι αυτό είναι ένα σύστημα έκφρασης θηλαστικών κυττάρων, η lenograstim ταυτίζεται με την 174-αμινοξύ φυσική ανθρώπινη G-CSF. Δεν υπάρχουν κλινικές ή θεραπευτικές δαφορές  μεταξύ φιλγραστίμης και lenograstim, αλλά δεν υπάρχουν επίσημες συγκριτικές μελέτες.
Χορηγείται συνήθως υποδορίως.
          Δεν πρέπει να χορηγείται μαζί με χημειοθεραπεία και πρέπει να παρακολουθούνται τα λευκά λόγω πιθανών μεγάλων αυξήσεων.
          Γενικά δεν πρέπει να χορηγείται σε μυελική κακοήθεια.
          Χορηγείται 24 ώρες τουλάχιστον πριν και μετά τη χημειοθεραπεία. Η πεγκυλιωμένη φιλγαστρίμη χορηγείται 24 ώρες μετά και 14 ημέρες πριν την χημεριοθεραπεία.

Τοξικότητα και ανεπιθύμητες ενέργειες G-CSF
-Το Σύνδρομο Sweet είναι μια γνωστή παρενέργεια από τη χρήση αυτού του φαρμάκου.  Είναι οξεία εμπύρετη ουδετεροφιλική δερματίτιδα που χαρακτηρίζεται από  ξαφνική εμφάνιση πυρετού, λευκοκυττάρωση, και ερυθηματώδεις, σαφώς περιγεγραμμένες βλατίδες και πλάκες που παρουσιάζουν πυκνή διήθηση από ουδετερόφιλα πολυμορφοπύρηνα στην ιστολογική εξέταση.
-Οστικοί πόνοι, πόνοι στη ράχη, κοιλιακοί πόνοι, ναυτία, έμετος, διάρροια, πυρετός, κόπωση, κεφαλαλγία, μυαλγίες, αρθραλγίες, πόνοι στον αυχένα, πόνοι στα άκρα, πόνος στο σημείο ένεσης, στοματίτιδα, αλλεργικές αντιδράσεις, πνευμονικές διηθήσεις, οζώδες ερύθημα, εξανθήματα, διόγκωση σπληνός.

Κατευθυντήριες οδηγίες για χρήση G-CSF
          Όχι ρουτίνα σε απύρετη ουδετεροπενία
          Σε εμπύρετη ουδετεροπενία σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο σηπτικών επιπλοκών (πνευμονία, κυτταρίτις, πρωκτίτιδα, απόστημα, μυκητίαση, διάρκεια > 10 ημ.)
Δευτερογενής προφύλαξη
          Εμπύρετος ουδετεροπενία προηγούμενου κύκλου
          Αναβολή χημειοθεραπείας, μείωση δόσης λόγω ουδετεροπενίας, αν όχι μείωση φαρμάκων επιθυμητή (όγκοι γεννετικοί, χοριοκαρκίνωμα)
          Σε περίπτωση που η δόση έχει ελαττωθεί υπερβολικά ή έχουμε μεγάλες καθυστερήσεις μεταξύ των χημειοθεραπειών
Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις προτιμάται ελάττωση της δοσολογίας
Πρωτογενής προφύλαξη
          Πιθανότητα ανάπτυξης εμπύρετης ουδετεροπενίας μεγαλύτερη του 20%
          Προϋπάρχουσα ουδετεροπενία
          Εκτεταμένη προηγηθείσα χημειοθεραπεία
          Προηγηθείσα Ακτινοθεραπεία στην πύελο ή σε μεγάλη έκταση του μυελού
          Προηγηθείσα εμπύρετος ουδετεροπενία με ίδια ή μικρότερης έντασης χημειοθεραπεία
          Καταστάσεις που αυξάνουν τον κίνδυνο σοβαρών λοιμώξεων όπως ηλικία μεγαλύτερη των 65 ετών, κακή γενική κατάσταση, δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, HIV λοίμωξη, ανοιχτό τραύμα, λοιμώξεις, σοβαρές συνυπάρχουσες παθήσεις, ανεξέλεγκτα καλπάζουσα πρωτοπαθής νόσος, διήθηση μυελού, κακή διατροφή, χημειοακτινοθεραπεία, Hb μικρότερη των 12 gr/dl.
          Σε μεγαλύτερο από 20% κίνδυνο για εμπύρετο ουδετεροπενία απόλυτη ένδειξη
          Από 2-6 G-CSF και για μεγαλύτερο από 10% κίνδυνο
          Σχήματα με πιθανότητα εμπύρετης ουδετεροπενίας μεγαλύτερη από 20% τα ανά 14 ημέρες
          Σε NHL, σε μεγαλύτερη ηλικία των 65 ετών, TAC, ανθρακυκλίνες και ταξάνες σε Ca μαστού
          2ης γραμμής χημειοθεραπεία σε καρκίνο όρχεως, ιδίως, TIP, τοποτεκάνη στο Ca πνεύμονος και ωοθηκών, το CAV στο Ca πνεύμονος και πολλά αιματολογικά.
  • Απύρετος ουδετεροπενία
Δεν συστήνεται θεραπεία.
  • Εμπύρετος ουδετεροπενία
          Περισσότερο από 7- 10 ημέρες
          Πνευμονία
          Κυτταρίτιδα
          Απόστημα
          Παραρινοκολπίτιδα
          Υπόταση
          Πολυοργανική δυσλειτουργία
          Σήψη
          Μυκητησιακή λοίμωξη
          Ανεξέλεγκτη πρωτοπαθής νόσος
          Συνυπάρχουσα λεμφοπενία
          Ηλικία μεγαλύτερη των 65
          Ουδετερόφιλα λιγότερα από 100/μλ
Στους υπόλοιπους ασθενείς θεωρείται ανεπίπλεκτη και δεν χρειάζεται θεραπεία με αυξητικούς.
Χρήση G-CSF και για..
dose intensity σχήματα, σε μεταμόσχευση μυελού και μεταμόσχευση περιφερικών κυττάρων, δηλαδή κινητοποιήση περιφερικών αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων 24-72 ώρες μετά τη μεταμόσχευση μυελού ή περιφερικών κυττάρων
Αιματολογικά νοσήματα
          Οξεία Μυελογενής Λευχαιμία
Μετά τις πρώτες ημέρες εισαγωγής χημειοθεραπείας ιδίως σε ηλικία μεγαλύτερη των 55 ετών
          Οξεία Λεμφοβλαστική Λευχαιμία μετά τις πρώτες ημέρες της induction χημειοθεραπείας και ταυτόχρονα με κορτικοστερεοειδή και αντιμεταβολίτες
          Μετά τη θεραπεία σταθεροποίησης, σε υποτροπιάζουσα ανθεκτική λευχαιμία
          Με προσοχή σε Μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο. Γίνεται διακοπτόμενη θεραπεία σε σοβαρή ουδετεροπενία και υποτροπιάζουσες λοιμώξεις
 Ακτινοθεραπεία
          Σε σύγχρονη χημειοακτινοθεραπεία αποφυγή G-CSF και ιδιαίτερα σε ακτινοθεραπεία μεσαυλίου γιατί αυξάνουν οι παρενέργειες. Γενικά χορηγούνται μόνο σε καθυστερήσεις στη χορήγηση ακτινοθεραπείας λόγω ουδετεροπενίας
Η εξατομικευμένη ιατρική μπορεί να βελτιώσει την ασφάλεια των ασθενών και να εξοικονομήσει χρήματα μακροπρόθεσμα, αλλά η έλλειψη επενδύσεων και ρυθμιστικών κανόνων αναστέλλει την πρόοδο στον τομέα αυτόν. Συνδυάζοντας τις γνώσεις για τη γενετική, τους αιματολογικούς δείκτες και άλλους δείκτες με παράγοντες που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής και μέσω της χρήσης της σύγχρονης τεχνολογίας της πληροφορικής, οι φορείς που σχετίζονται με την υγεία βρίσκονται μπροστά σε τεράστιες ευκαιρίες. Ωστόσο, «πολυάριθμα επιστημονικά, οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα θα πρέπει να αντιμετωπιστούν»…
Η εξατομικευμένη ιατρική θα αντιμετωπίσει τα προβλήματα του παραδοσιακού μοντέλου « ίδια θεραπεία για όλους» σε ότι αφορά τη διάγνωση, τη θεραπεία και την αποκατάσταση των νόσων.
Βιβλιογραφία
1.Metcalf D (July 1985). "The granulocyte-macrophage colony-stimulating factors". Science 229 (4708): 16–22.
2. Nagata S, Tsuchiya M, Asano S, Kaziro Y, Yamazaki T, Yamamoto O, Hirata Y, Kubota N, Oheda M, Nomura H (1986). "Molecular cloning and expression of cDNA for human granulocyte colony-stimulating factor". Nature 319 (6052): 415–8.
3. Souza LM, Boone TC, Gabrilove J, Lai PH, Zsebo KM, Murdock DC, Chazin VR, Bruszewski J, Lu H, Chen KK, Barendt J, Platzer, E, Moore, MAS, Mertelsmann R, Welte K (April 1986). "Recombinant human granulocyte colony-stimulating factor: effects on normal and leukemic myeloid cells". Science 232 (4746): 61–5.
4. Thomas J, Liu F, Link DC (May 2002). "Mechanisms of mobilization of hematopoietic progenitors with granulocyte colony-stimulating factor". Curr. Opin. Hematol. 9 (3): 183–9.
5. Schneider A, Krüger C, Steigleder T, Weber D, Pitzer C, Laage R, Aronowski J, Maurer MH, Gassler N, Mier W, Hasselblatt M, Kollmar R, Schwab S, Sommer C, Bach A, Kuhn HG, Schäbitz WR (August 2005).
6. Pitzer C, Krüger C, Plaas C, Kirsch F, Dittgen T, Müller R, Laage R, Kastner S, Suess S, Spoelgen R, Henriques A, Ehrenreich H, Schäbitz WR, Bach A, Schneider A (December 2008).
7. Finkel, Elizabeth (2005). Stem cells: controversy on the frontiers of science. Crows Nest: ABC Books.
8. Hirbe AC, Uluçkan O, Morgan EA, Eagleton MC, Prior JL, Piwnica-Worms D, Trinkaus K, Apicelli A, Weilbaecher K (April 2007). "Granulocyte colony-stimulating factor enhances bone tumor growth in mice in an osteoclast-dependent manner". Blood 109 (8): 3424–31.
9. Paydaş S, Sahin B, Seyrek E, Soylu M, Gonlusen G, Acar A, Tuncer I (September 1993). "Sweet's syndrome associated with G-CSF". Br. J. Haematol. 85 (1): 191–2.
10. Webster J , Lyman GH . Use of G-CSF to Sustain Dose Intensity in Breast Cancer Patients Receiving Adjuvant Chemotherapy: A Pilot Study. Cancer Control. 1996 Nov;3(6):519-523.
11. Kadri Altundag, Ozden Altundag and Mehmet Gunduz Addition of granulocyte-colony stimulating factor (G-CSF) may further increase chemosensitive state in premenopausal node-positive breast cancer patients with induced angiogenesis after surgery  Breast Cancer Res 2004, 6 :E14 doi:10.1186/bcr903
12. Trueman Prophylactic G-CSF in patients with early-stage breast cancer: a health economic review British Journal of Cancer (2009) 101 , S15–S17

Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά
Ειδικός Παθολόγος- Ογκολόγος, MD, PhD
Λ. Γαλατσίου 135 & Μπουμπουλίνας, Γαλάτσι
Τ.Κ.: 111 46
Τηλ: 210 2131940, Κιν: 6974639366
Ιστοσελίδα: http://emediprolhpshygeias.blogspot.gr
e-mail:  sevvimalliou@gmail.com
Ιατρός ΕΟΠΥΥ

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013

Αρχές χημειοθεραπείας του καρκίνου


Για την εφαρμογή της χημειοθεραπείας στον καρκίνο πρέπει να ακολουθούνται κάποιες αυστηρές αρχές.
Οι αρχές της χημειοθεραπείας του καρκίνου είναι:
-Πρέπει να επιλέγονται φάρμακα που είναι αποτελεσματικά ως μονοθεραπεία και κατά προτίμηση φάρμακα που είναι γνωστό ότι προκαλούν πλήρεις υφέσεις.
-Πρέπει να συνδυάζονται φάρμακα με διαφορετικό μηχανισμό δράσης, ώστε να ασκούν αθροιστική ή συνεργική δράση εναντίον των νεοπλασματικών κυττάρων
-Τα φάρμακα πρέπει να χρησιμοποιούνται στις άριστες δόσεις και με την άριστη συχνότητα.
-Πρέπει να συνδυάζονται φάρμακα με διαφορετικές δοσοπεριοριστικές τοξικότητες, ώστε κάθε φάρμακο να μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην πλήρη ή σχεδόν πλήρη θεραπευτική του δόση.
-Πρέπει να χρησιμοποιούνται φάρμακα με διαφορετικούς μηχανισμούς φαρμακευτικής αντίστασης, ώστε να ελαχιστοποιείται η πιθανότητα εμφάνισης διασταυρούμενης αντοχής.
-Όλα τα φάρμακα δεν μπορούν να περάσουν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
-Η φαρμακευτική αντίσταση μπορεί να οφείλεται στην υπερέκφραση MDR-1 γονιδίου που κωδικιποιεί την διαμεμβρανική γλυκοπρωτεϊνη P170.
-Η κινητική αντίσταση είναι παροδική και αφορά φάρμακα που δρουν στη φάση S του κυτταρικού κύκλου.
-Φαρμακευτική αντίσταση αναπτύσσουν τα νεοπλασματικά κύτταρα και η αποτυχία της κυτταροκτόνου δράσης οφείλεται  σε ανεπαρκή συγκέντρωση του φαρμάκου στην περιοχή του όγκου ή στην μεταβολική αδρανοποίηση του φαρμάκου μετά την χορήγησή του.
-Αναστολή της αντλίας P-γλυκοπρωτεϊνης που είναι υπεύθυνη για αντίσταση στα χημειοθεραπευτικά φάρμακα, μπορεί να γίνει με αμφοτερικίνη Β, κολχικίνη, κυκλοσπορίνη, ερυθρομυκίνη και βεραπαμίλη.

Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

Αλωπεκία από τη χημειοθεραπεία


Γράφει η
Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά
Ειδικός Παθολόγος- Ογκολόγος, MD, PhD
Ποιος είναι ο εφιάλτης όλων όσων πρέπει να υποβληθούν σε χημειοθεραπεία;
Όλοι γνωρίζουν ότι η αλωπεκία θεωρείται από τους ασθενείς αυτούς ως η πλέον ενοχλητική παρενέργεια από τη χημειοθεραπεία.
Η ευαισθησία αυτή στη δράση των χημειοθεραπευτικών οφείλεται στο ότι τα κύτταρα των θυλάκων των τριχών έχουν πολύ γρήγορο πολλαπλασιασμό. Ευτυχώς τα φάρμακα αυτά τείνουν να αντικατασταθούν με στοχευμένα φάρμακα, που πολεμούν μόνο τα καρκινικά κύτταρα και όχι τα φυσιολογικά.
 Σοβαρή αλωπεκία προκαλούν τα εξής χημειοθεραπευτικά
•          Cyclophosphamide
•          Dactinomycin
•          Daunorubicin
•          Doxorubicin
•          Epirubicin
•          Thiotepa
•          Vincristine
Μέτρια αλωπεκία προκαλούν τα εξής χημειοθεραπευτικά
•          Cytosine-Arabinoside
•          Bleomycin
•          Carmustine (BCNU)
•          Doxetacel
•          Etoposide
•          5-Fluorouracil
•          Hydroxyurea
•          Irinotecan
•          Ifosfamide
•          Lomustine (CCNU)
•          Mitomycin C
•          Mitoxantrone
•          Paclitaxel
•          Vinblastine και άλλα
Ο βαθμός αλωπεκίας εξαρτάται:
•          από το είδος του φαρμάκου
•          τη χορηγούμενη ποσότητα
•          τη συχνότητα χορήγησης
•          τους συνδυασμούς φαρμάκων 
Βαθμός 0: Ουδεμία αλωπεκία
Βαθμός 1: Μικρή απώλεια μαλλιών
Βαθμός 2: Εκτεταμένη ή καθολική απώλεια τριχών κεφαλής
Βαθμός 3: Απώλεια τριχών από όλο το σώμα
Βαθμός 4: Πλήρης απώλεια τριχών από όλο το σώμα 
Μυστικά για την αλωπεκία από τη χημειοθεραπεία:
•          Η πτώση τριχών αρχίζει 7-10 ημέρες μετά την έναρξη της θεραπείας και κορυφώνεται μεταξύ 1ου και 2ου μήνα
•          Η νέα τριχοφυΐα εμφανίζεται πριν ακόμα τελειώσουν οι προβλεπόμενοι κύκλοι, αλλά συνήθως απαιτούνται αρκετές εβδομάδες ή και μήνες μέχρι ν’ αναπτυχθεί τελείως
•          Η νέα τριχοφυΐα μπορεί να είναι διαφορετικής υφής και χρώματος
•          Την μεγαλύτερη αλωπεκία προκαλεί η δοξορουμπικίνη που σε δόση 50 mg/m2 επιφέρει πλήρη αλωπεκία μετά από 2 κύκλους και το ίδιο ισχύει και για την κυκλοφωσφαμίδη σε δόση 500 mg/m2
•          Μερικά χημειοθεραπευτικά μπορεί να προκαλέσουν μόνιμη αλωπεκία, όπως η βουσουλφάνη και η κυκλοφωσφαμίδη
•          Αλωπεκία εμφανίζεται και σε ακτινοθεραπεία του τριχωτού της κεφαλής, ήδη από τα 500 cGy και σε μεγάλες δόσεις μπορεί να είναι και μόνιμη 
Πρόληψη αλωπεκίας από την χημειοθεραπεία:
•          Πιεστική περίδεση κεφαλής
•          Τοπική υποθερμία με κάσκες με αποτελεσματικότητα περίπου 50%
•          Η εφαρμογή πρέπει να γίνεται πριν τη χορήγηση του φαρμάκου και να παραμένει μέχρι την επίτευξη της μέγιστης συγκέντρωσης του φαρμάκου στο αίμα 
Υπάρχουν φόβοι από την εφαρμογή τοπικής υποθερμίας με κάσκες για:
•          Ανάπτυξη μεταστάσεων στο τριχωτό της κεφαλής
•          Μείωση της κυκλοφορίας των φαρμάκων σε άλλες ανατομικές θέσεις κάτω από το τριχωτό της κεφαλής, όπως τα οστά του κρανίου και ο εγκέφαλος.
Η τοπική εφαρμογή μινοξιδίλης 2% ενισχύει την διαδικασία αναγέννησης των τριχών και μειώνει τη διάρκεια αλωπεκίας 50 ημέρες.
Γράφει η
Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά
Ειδικός Παθολόγος- Ογκολόγος, MD, PhD
Λ. Γαλατσίου 135 & Μπουμπουλίνας, Γαλάτσι
Τ.Κ.: 111 46
Τηλ: 210 2131940, Κιν: 6974639366
e-mail: sevvimalliou@gmail.com
Ιατρός ΕΟΠΥΥ

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013

Που χορηγείται η Ondansetron


Η Ondansetron  είναι ένας ανταγωνιστής των υποδοχέων σεροτονίνης 5-HT 3  που χρησιμοποιείται, κυρίως, ως αντιεμετικό για τη θεραπεία της ναυτίας και του εμέτου, συχνά, μετά τη χημειοθεραπεία.         
Η Ondansetron μειώνει τη δραστηριότητα του πνευμονογαστρικού νεύρου, το οποίο απενεργοποιεί το κέντρο εμέτου στον προμήκη, και επίσης μπλοκάρει τους υποδοχείς της σεροτονίνης στην ζώνη ενεργοποίησης. Δεν έχει επίδραση στον έμετο που προκαλείται από τη ναυτία και δεν έχει καμία επίδραση στους υποδοχείς ντοπαμίνης ή τους μουσκαρινικούς υποδοχείς.
Οι 5-HT3 ανταγωνιστές είναι τα κύρια φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία και την πρόληψη της ναυτίας και εμέτου που προκαλείται από τη χημειοθεραπεία. Δίνονται ενδοφλεβίως περίπου 30 λεπτά πριν από την έναρξη της χημειοθεραπείας. 
Η Ondansetron είναι, επίσης, αποτελεσματικό φάρμακο για τον έλεγχο της μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμέτου, για τη ναυτία και τον έμετο από ακτινοβολία και είναι μια πιθανή θεραπεία για τη ναυτία και τον έμετο που οφείλονται σε οξέα ή χρόνια προβλήματα υγείας ή οξεία γαστρεντερίτιδα.
Χρησιμοποιείται εκτός ενδείξεων για τη θεραπεία  υπερέμεσης σε έγκυες γυναίκες, αλλά δεν υπάρχουν  διαθέσιμα δεδομένα για την ασφάλεια χορήγησης στην εγκυμοσύνη, ειδικά κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου.
Το φάρμακο χορηγείται 1-3 φορές την ημέρα, ανάλογα με τη σοβαρότητα της ναυτίας και των εμέτων. Η κανονική δόση από το στόμα για ενήλικες και παιδιά άνω των 12 ετών είναι 8 mg αρχικά, ακολουθούμενη από μία δεύτερη δόση των 8 mg οκτώ ώρες αργότερα. 
Το φάρμακο  χορηγείται μία φορά κάθε 12 ώρες, συνήθως για 2-3 μέρες. Μετά από τη χορήγηση από το στόμα, χρειάζεται περίπου 1,5 με 2 ώρες για να φτάσει στις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Αυτό το φάρμακο απεκκρίνεται από το ήπαρ και τα νεφρά.
Η κλινική επίδραση του ondansetron μπορεί να ενισχυθεί από το συνδυασμό με τη δεξαμεθαζόνη.
Το 2006, διπλή-τυφλή, τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη ανέφερε ότι το ondansetron μπορεί να έχει αξία στη θεραπεία της σχιζοφρένειας, ως συμπλήρωμα της αλοπεριδόλης. Η μελέτη διαπίστωσε ότι ο συνδυασμός είχε σημαντική βελτίωση των αρνητικών συμπτωμάτων της σχιζοφρένειας και άτομα που παίρνουν και τα δύο φάρμακα παρουσίασαν λιγότερες από τις αρνητικές επιπτώσεις που συνδέονται, συνήθως, με την αλοπεριδόλη. Μια προηγούμενη, μικρότερη, ανοικτή μελέτη  είχε δείξει ότι η ονδανσετρόνη  είναι χρήσιμη στη θεραπεία με αντιψυχωσικά, σε όψιμη δυσκινησία σε ανθρώπους με σχιζοφρένεια.
Οι μελέτες έχουν εξετάσει, επίσης, την ονδανσετρόνη ως πιθανή θεραπεία για την ψύχωση που προκύπτει από προχωρημένη νόσο του Parkinson.
H Ondansetron μειώνει την επιθυμία για το αλκοόλ. Οι  ασθενείς με αλκοολισμό έπιναν λιγότερα ποτά την ημέρα. 
Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ της Ιατρικής Σχολής  έχουν δείξει ότι η ondansetron μπορεί να είναι χρήσιμη και αποτελεσματική για τη θεραπεία των συμπτωμάτων στέρησης από εθισμό σε οπιοειδή. Σε αντίθεση με τις υπάρχουσες θεραπείες με μεθαδόνη και βουπρενορφίνη, η ίδια δεν είναι ένα οπιοειδές. Επιπλέον, δεν  απαιτεί συνεχή επίβλεψη, όπως η θεραπεία με κλονιδίνη.
Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου
Η Ondansetron μπλοκάρει τους 5-HT3 υποδοχείς του εντερικού νευρικού συστήματος, και κατά συνέπεια μειώνει τις συσπάσεις του παχέος εντέρου, την αισθητηριακή αντίληψη και κινητικότητα. Ένας μεγάλος αριθμός φαρμάκων σε αυτή την κατηγορία, των 5-HT3 ανταγωνιστών , έχει αποδειχθεί ότι έχουν αυτό το αποτέλεσμα, το οποίο επηρεάζει θετικά το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου με διάρροια (IBS-D). Έτσι, η ονδανσετρόνη ήταν αποτελεσματική στη θεραπεία της διάρροιας.
Δύο μικρές μελέτες έχουν διεξαχθεί για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του ondansetron για το ρίγος μετά την αναισθησία. Η Ondansetron βρέθηκε να είναι εξίσου αποτελεσματική με την πεθιδίνη  όταν χορηγείται ως μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση πριν την αναισθησία.
Η Ondansetron είναι ένα καλά ανεκτό φάρμακο, με λίγες παρενέργειες. Η δυσκοιλιότητα, η ζάλη και η κεφαλαλγία είναι οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη χρήση του.
Το FDA εξέδωσε προειδοποίηση MedWatch ασφαλείας για την ονδανσετρόνη σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο μακρού QT, μια αρρυθμία της καρδιάς.
Βιβλιογραφία
www.drugs.com