Αρχική

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καρκίνος πνεύμονος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καρκίνος πνεύμονος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

Ειδική Νευρωνική Ενολάση


H Ειδική Νευρωνική Ενολάση (NSE) είναι ένας χρήσιμος καρκινικός δείκτης
Παθοφυσιολογία
Η γ-ενολάση, επίσης, γνωστή ως 2 ενολάση (ENO2) ή νευρωνική ειδική ενολάση (NSE), είναι ένα ένζυμο που σε ανθρώπους κωδικοποιείται από το γονίδιο ENO2. Η γ-ενολάση είναι μία φωσφοροπυρουβική υδρατάση.
Ανίχνευση της NSE με αντισώματα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον εντοπισμό νευρωνικών κυττάρων και κυττάρων με νευροενδοκρινική διαφοροποίηση. Η NSE παράγεται από καρκινώματα μικρών κυττάρων που είναι νευροενδοκρινικής προέλευσης.
Η NSE είναι επομένως ένας χρήσιμος δείκτης όγκου για ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα.
Η ειδική νευρωνική ενολάση (NSE) είναι η μορφή της ενολάσης που ανευρίσκεται σε νευρωνικούς ιστούς και στα κύτταρα του διάχυτου νευροενδοκρινικού συστήματος, ιστούς που προσλαμβάνουν και αποκαρβοξυλιώνουν πρόδρομες αμίνες (APUD). Πρόκειται για διαλυτό γλυκολυτικό μεταλλοένζυμο που παρέχει απαραίτητα συστατικά για την αερόβια γλυκόλυση.

Ειδική Νευρωνική Ενολάση για τον καρκίνο πνεύμονος
Η ειδική νευρωνική ενολάση είναι χρήσιμος καρκινικός δείκτης για τη διάγνωση και την παρακολούθηση του μικροκυτταρικού καρκίνου των πνευμόνων.
Σε άτομα με μικροκυτταρικό καρκίνο των πνευμόνων η ευαισθησία είναι 80% και η ειδικότητα 80-90%.
Η ειδική νευρωνική ενολάση είναι ανεξάρτητος προγνωστικός παράγοντας υψηλής σημασίας για τον μικροκυτταρικό καρκίνο των πνευμόνων.
Για κάθε αύξηση 5 μg/L στην τιμή του NSE παρατηρείται πτώση της μέσης επιβίωσης κατά 10%.
Οι τιμές NSE ορού πριν τη θεραπευτική αγωγή έχουν προγνωστική αξία για το προσδόκιμο επιβίωσης.
Η NSE του ορού δεν είναι αρκετά ευαίσθητη και ειδική για τη διαφορική διάγνωση μικροκυτταρικού από μη μικροκυτταρικού καρκίνου των πνευμόνων και δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ιστολογική εξέταση.
Η NSE του ορού μπορεί να έχει κλινική χρησιμότητα σε περιπτώσεις (20%) όπου για διάφορους λόγους είναι αδύνατη η διάγνωση με βιοψία.
Ελαττωμένες τιμές μετά τη θεραπεία αποτελούν το πρώτο σημείο καλής πρόγνωσης.
Η NSE του ορού δεν έχει την δυνατότητα να διαχωρίσει μεταξύ μερικής και πλήρης απάντησης στη χημειοθεραπεία.

Ειδική Νευρωνική Ενολάση για το νευροβλάστωμα
Υψηλές τιμές NSE παρατηρούνται στο μεγαλύτερο από το 90% των παιδιών με προχωρημένο νευροβλάστωμα. Υψηλά επίπεδα NSE συνοδεύονται από κακή πρόγνωση. Τα επίπεδα φαίνονται να συσχετίζονται με το στάδιο της νόσου.

Αιμολυμένα δείγματα είναι ακατάλληλα για προσδιορισμό NSE.
Μέθοδος
• Χημειοφωταύγεια.
Προετοιμασία ασθενούς και δείγματος: Ορός. Αποφυγή αιμόλυση.
Φυσιολογικές τιμές: <16,3 ng/ml SI: <16,3 μg/L.
Κλινική χρησιμότητα
• Διάγνωση και παρακολούθηση μικροκυτταρικού καρκίνου των πνευμόνων (SCLC)

Mεταβολές
• Μικροκυτταρικός καρκίνος πνευμόνων
• Νευροβλάστωμα
• Φαιοχρωμοκύττωμα
• Καρκινοειδές
• Μυελοειδές καρκίνωμα θυρεοειδούς
• Μελάνωμα
• Ενδοκρινικοί όγκοι πακρέατος
• Καρκίνος της ουροδόχου κύστεως
• Οξείες λευχαιμίες
• Ογκος του Wilm
• Σάρκωμα του Ewing
• Αιμόλυση

Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013

Αιμόπτυση



Γράφει η
Σάββη Μάλλιου Κριαρά
Ειδικός Παθολόγος-Ογκολόγος, MD PhD
Η αιμόπτυση είναι σοβαρό σύμπτωμα και η ποσότητά της ποικίλλει από απλή αιματηρή χρώση των πτυέλων, μέχρι αποβολή μεγάλων ποσοτήτων καθαρού αίματος.
Με τον όρο αιμόπτυση δηλώνεται η απόχρεμψη αίματος, που η εστία του βρίσκεται σε ανατομική θέση του αναπνευστικού κάτω από τον λάρυγγα. Αιμορραγούσα εστία των ανώτερων αεροφόρων οδών, που συνεπάγεται εισρόφηση και αποβολή αίματος δεν είναι αιμόπτυση.
Η αιμόπτυση μπορεί να είναι σύμπτωμα σοβαρής νόσου, όπως του βρογχογενούς καρκίνου και του πνευμονικού εμφράκτου και μπορεί να είναι μαζική και να προκαλέσει ασφυξία.
Απαιτείται πλήρης κλινική εξέταση, λήψη ιστορικού, φυσική εξέταση και ακτινογραφία θώρακος.
Αίτια αιμοπτύσεως
  • Λοιμώξεις (βρογχίτιδα, φυματίωση, πνευμονία, βρογχεκτασία, απόστημα πνεύμονος,μυκητιάσεις)
  • Νεοπλάσματα (βρογχογενής καρκίνος, βρογχικό αδένωμα)
  • Καρδιαγγειακά νοσήματα (πνευμονικό έμφρακτο, στένωση μιτροειδούς)
  • Τραύμα
  • Διάφορα (ξένο σώμα, σύνδρομο Goodpasture)
Λοιμώξεις
Οι λοιμώξεις είναι το πιο συχνό αίτιο αιμόπτυσης.
  • Βρογχίτιδα: Ο παραγωγικός βήχας με πυώδη απόχρεμψη δείχνει οξεία βρογχίτιδα. Μπορεί ν’ ακολουθήσει αιμόπτυση με μορφή αιματηρών γραμμώσεων μέσα στις πυώδεις εκκρίσεις. Προσοχή όμως γιατί οι ασθενείς με βρογχογενή καρκίνο μπορεί να έχουν συγχρόνως και χρόνια βρογχίτιδα.
  • Πνευμονία: Όρισμένα βακτηρίδια και μύκητες όπως η ψευδομονάδα και ο ασπέργιλλος διηθούν τα αγγεία του πνεύμονα και προκαλούν θρόμβωση, έμφρακτο κι αιμορραγία. Επίσης οι παρασιτώσεις που παρατηρούνται σε ασθενείς από την Ασία, Αφρική και Ν. Αμερική προκαλούν αιμοπτύσεις.
  • Φυματίωση: Η χρόνια κοκκιωματώδης λοίμωξη όπως η φυματίωση οδηγεί σε βρογχεκτασίες και δημιουργία κοιλοτήτων. Η αιμόπτυση είναι πιο συχνή στην ανενεργή μορφή της φυματίωσης λόγω ρήξης των διαβρωμένων αγγείων. Οι επιπλοκές της φυματίωσης είναι ο βακτηριδιακός εποικισμός των κοιλοτήτων, ο σχηματισμός μυκητώματος, το καρκίνωμα της ουλής και η αιμορραγική διάθεση. Οι κοιλότητες αυτές μπορεί να προέρχονται και από άλλες αιτίες εκτός της φυματίωσης όπως πνευματοκήλες (bullae) από παλιές λοιμώξεις, κοιλότητες από ινοπαραγωγά νοσήματα ή συγγενείς κύστεις.
  • Νεόπλασμα: Αποτελεί συνηθισμένη αιτία αιμοπτύσεως. Η αιμόπτυση οφείλεται σε διήθηση του βρογχικού βλεννογόνου από το νεόπλασμα ή σε νέκρωση του νεοπλάσματος ή σε μετααποφρακτική πνευμονία. Τα μεταστατικά νεοπλάσματα σπάνια εκδηλώνονται με αιμόπτυση. Καλοήθεις όγοι του πνεύμονα όπως το βρογχικό αδένωμα δυνατόν να προκαλέσουν ραγδιαία αιμόπτυση, γιατί είναι αγγειοβριθές.
  • Θρομβοεμβολική νόσος: Διακόπτεται η ροή αίματος στην πνευμονική κυκλοφορία με αποτέλεσμα την πνευμονική αιμορραγία, το έμφρακτο ή και τα δύο.
  • Καρδιοαγγειακά νοσήματα: Η αιμόπτυση είναι ασυνήθιστη και παρατηρείται σε πνευμονική φλεβική υπέρταση όπως στην κάμψη της αριστερής κοιλίας. Επίσης η  η σοβαρού βαθμού στένωση μιτροειδούς που οδηγεί σε πνευμονική φλεβική υπέρταση προκαλεί περιοδικά αιμόπτυση.
Κλινική εκτίμηση αιμόπτυσης
             Ιστορικό
             Φυσική εξέταση,
             Ακτινογραφία θώρακος
             Διαγνωστικές εξετάσεις αιμορραγικής διάθεσης
             Εξέταση πτυέλων για λοίμωξη
             Κυτταρολογική εξέταση πτυέλων
             Αξονική θώρακα
             Ινοβρογχοσκόπηση
             Πνευμονική αγγειογραφία (μέθοδος εκλογής για τον έλεγχο του αγγειακού δικτύου του πνεύμονος
Θεραπεία
Η θεραπεία για την αιμόπτυση εξαρτάται από την αιτία και την ποσότητα του αίματος.
Η ήπια αιμόπτυση συνήθως δεν απαιτεί ειδική, άμεση θεραπευτική αγωγή, αλλά θα πρέπει πάντα να διερευνάται διεξοδικά, σε περίπτωση που η διαταραχή είναι απειλητική για τη ζωή. Δεν υπάρχει τρόπος να προβλεφθεί αν ένας ασθενής με ήπια αιμόπτυση θα αντιμετωπίσει τεράστια, απειλητική για τη ζωή αιμόπτυση, οπότε είναι πολύ σημαντικό το γεγονός η βασική αιτία να προσδιορίζεται και να αντιμετωπίζεται.
Η μαζική ή μεγάλη αιμόπτυση είναι ιατρική έκτακτη ανάγκη. Ο θάνατος μπορεί να προκύψει, συνήθως από ασφυξία (μειωμένη ανταλλαγή αερίων στους πνεύμονες, οδηγώντας σε έλλειψη οξυγόνου και περίσσεια του διοξειδίου του άνθρακα στον οργανισμό). Σε μαζική αιμόπτυση, λαμβάνονται μέτρα για τον εντοπισμό της πηγής της αιμορραγίας, για τον έλεγχο της αιμορραγίας, και για την εξασφάλιση της αναπνοής του ασθενούς.
Μερικές μέθοδοι για τον έλεγχο αιμορραγίας είναι: Ο βρογχικός εμβολισμός της αρτηρίας, η χειρουργική εκτομή και η θεραπεία με λέιζερ .
Για την ήπια ή μέτρια αιμόπτυση σε ασθενείς που πάσχουν από χρόνια βρογχίτιδα, βρογχεκτασίες, ή η φυματίωση, η θεραπεία συνήθως περιλαμβάνει αντιβιοτικά.
Για καρκίνωμα πνεύμονος, η θεραπεία εξαρτάται από το στάδιο του καρκίνου.
Στο 20% έως 30% των περιπτώσεων που δεν ανευρίσκεται η αιτία της αιμόπτυσης, η θεραπεία πρέπει να είναι συντηρητική και η αιμόπτυση να παρακολουθείται προσεκτικά για τουλάχιστον 2 ή 3 χρόνια μετά την αρχική διάγνωση. Στο 90% των ασθενών που έχουν φυσιολογική ακτινογραφία θώρακος και βρογχοσκόπηση, η αιμόπτυση συνήθως εξαφανίζεται μέσα σε 6 μήνες.
Για χρόνια αιμόπτυση, η θεραπεία εξαρτάται από τα συμπτώματα και τις αιτίες. Μερικές φορές το μόνο που χρειάζεται είναι αλλαγή αντιβιοτικά. Σε άλλες περιπτώσεις, πιο επιθετική θεραπεία μπορεί να είναι απαραίτητη.
Γράφει η
Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά
Ειδικός Παθολόγος- Ογκολόγος, MD, PhD
Λ. Γαλατσίου 135 & Μπουμπουλίνας, Γαλάτσι
Τ.Κ.: 111 46
Τηλ: 210 2131940, Κιν: 6974639366
e-mail: sevvimalliou@gmail.com
Ιατρός ΕΟΠΥΥ